ΓΝΩΜΙΚΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΩΡΙΑ Γ

ΠΕΡΙ ΓΑΜΟΥ
ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΩΡΙΑ Γ
Α Κορ. 7,3 Τη γυναικί ο ανήρ την οφειλομένην εύνοιαν αποδιδοτω, ομοίως δε και η γυνή τω ανδρί.
Α Κορ.7,4 Η γυνή του ιδίου σώματος ούκ εξουσιάζει, αλλ' ανήρ ομοίως δε και ο ανήρ του ιδίου σώματος ούκ εξουσιάζει αλλ' η γυνή.
Α Κορ-7,5 Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν ίνα σχολαζήτε τη νηστεία και τη προσευχή
Α Κορ-7,5-6 και πάλιν επί το αυτό συνέρχησθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο σατανάς διά την ακρασίαν υμών. Τούτο δε λέγω κατά συγνώμην, ού κατ' επιταγήν.
Α Κορ.7,7 Θέλω γάρ πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν αλλ' έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού, ὃς μέν ούτως, ὃς δε ούτως.
Α Κορ-7,8-9 Λέγω δε τοις άγαμοις και τας χήραις, καλόν αυτοίς εστιν εάν μείνωσιν ως καγώ. Εί δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν κρείσσον γάρ έστι γαμήσαι ή πυρούσθαι.
Α Κορ-7,10 Τοίς δε γεγαμηκόσι παραγγέλω, ούκ εγώ αλλ' ο Κύριος, γυναίκα από ανδρός μη χωρισθήναι 
Α Κορ-7,11 εάν δε και χωρισθή, μενέτω άγαμος ή τω ανδρί καταλλαγήτω και άνδρα γυναίκα μη αφιέναι.
Α Κορ-7,12 Τοίς δε λοιποίς εγώ λέγω ούχ ο Κύριος εί τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ' αυτού, μη αφιέτω αυτήν
Α Κορ-7,13 και γυνή ει τις έχει άνδρα άπιστον και αυτός συνευδοκεί οικείν μετ' αυτής, μη αφιέτω αυτόν.
Α Κορ-7,14 Ηγίασται γάρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί, επεί άρα τα τέκνα υμών ακάθαρτα εστι, νυν δε άγια εστιν.
Α Κορ-7,15 Ει δε ο άπιστος χωρίζεται, χωριζεσθω.Ου δεδούλωται ο αδελφός ή η αδελφή εν τοιούτοις.Εν δε ειρήνη κέκληκεν ημάς ο Θεός.
Α Κορ-7,16 Τι γάρ οίδας γύναι ει τον άνδρα σώσεις; Ή τι οίδας άνερ ει την γυναίκα σώσεις;
Α Κορ-7,27 Δέδεσαι γυναικί; Μη ζήτει λύσιν, λέλησαι από γυναικός; Μη ζητει γυναίκα
Α Κορ-7,28 Εάν δε και γήμης ούχ ήμαρτες και εάν γήμη η παρθένος ούχ ήμαρτε, θλίψιν δε τη σαρκί έξουσιν οι τοιούτι εγώ δε υμών φείδομαι.
Α Κορ-7,29 Ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσει.
Α Κορ-7,32 Θέλω δε υμάς αμέριμνους είναι, ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πώς αρέσει τω Κυρίω . ο δε γαμήσας μεριμνά τα του κόσμου, πώς αρέσει τη γυναικί.
Α Κορ-7,34 Μεμέρισται και η γυνή και η παρθένος.Η άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου ίνα η αγία και σώματι και πνεύματι ή δε γαμήσασα μεριμνά τα του κόσμου, πως αρέσει τω ανδρί.
Α Κορ-7,36 Ει δε τις ασχημονείν επι την παρθένον αυτού νομίζει, εάν ή υπέρακμος και ούτως οφείλει γίνεσθαι, ό θέλει ποιήτω ούχ αμαρτάνει . γαμείτωσαν.
Α Κορ-7,38 Ώστε και ο εκγαμίζων καλώς ποιεί, ο δε μη εκγαμίζων κρείσσον ποιεί.
Α Κορ-7,39 Γυνή δέδεται νόμω εφ' όσον χρόνον ζη ο ανήρ αυτής εάν δε κοιμηθή ο ανήρ αυτής, ελευθέρα εστιν ώ θέλει γαμηθήναι, μόνον εν Κυρίω.
Α Κορ-7,40 Μακαριωτέρα δε εστιν εάν ούτω μείνη, κατά την εμήν γνώμην δοκώ δε καγώ Πνεύμα Θεού έχειν.
Α Πετρ-3,7 Οι άνδρες ομοίως συνοικούντες κατά γνώσιν, ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμοντες τιμήν, ως και συγκληρονόμοι χάριτος ζωής
Εβρ-13,4 Τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος . πόρνους δε και μοιχούς κρίνει ο Θεός.
Εφεσ-5,25 Οι άνδρες αγαπάτε τάς γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής.
Εφεσ-5,28 Ούτως οφείλουσιν οι άνδρες αγαπάν τάς εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα. Ο αγαπών την εαυτού γυναίκα εαυτόν αγαπά.
Εφεσ-5,29 Οὐδεῖς γὰρ ποτὲ τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, αλλ' εκτρέφει και θάλπει αυτήν, καθώς και ο Κύριος την εκκλησίαν·
Εφεσ-5,33 Πλήν και υμείς οι καθ' ένα έκαστος την εαυτού γυναίκα ούτως αγαπάτω ως εαυτόν, η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα.
Κολασ-3,19 Οι άνδρες αγαπάτε τάς γυναίκας και μη πικραίνεσθε προς αυτάς.
Ματθ-19,5 Ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και κολληθήσεται τη γυναικί αυτού, και έσονται οι δύο εις σαρκα μίαν
Ματθ-19,6 Ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σάρξ μία. ό ούν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω.
Ματθ-19,9 Λέγω δε υμίν ότι ος αν απολύση την γυναίκα αυτού μη επί πορνεία και γαμήση άλλην, μοιχάται και ο απολελυμένην γαμήσας μοιχάται.
Ματθ-19,10 Λέγουσιν αυτώ οι μαθηταί αυτού . εί ούτως εστίν η αιτία τού ανθρώπου μετά τής γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι.
Ματθ-19,11 Ο δέ είπεν αυτοίς . ου πάντες χωρούσι τόν λόγον τούτον, αλλ' οίς δέδοται
Παρ. 5,18-20 Ἡ πηγή σου του ύδατος έστω σοι ιδία, και συνευφραίνου μετά γυναικός της εκ νεότητός σου. ἔλαφος φιλίας και πώλος σών χαρίτων ομιλείτω σοι· η δε ιδία ηγείσθω σου και συνέστω σοι εν παντί καιρω, εν γαρ τη ταύτης φιλία συμπεριφε-ρόμενος πολλοστός έση. μη πολύς ίσθι προς αλλοτρίαν, μηδέ συνέχου αγκάλαις της μη ιδίας·
Παρ.11,16 Γυνή ευχάριστος εγείρει ανδρί δόξαν, θρόνος δε ατιμίας γυνή μισούσα δίκαια.
Παρ.12,4 Γυνή ανδρεία στέφανος τω ανδρί αυτής . ώσπερ δε εν ξύλω σκώληξ, ούτως άνδρα απόλλυσι γυνή κακοποιός.
Παρ.14,1 Σοφαί γυναίκες ωκοδόμησαν οίκους, η δε άφρων κατέσκαψε ταις χερσίν αυτής.
Παρ.18,22 Ος εύρε γυναίκα αγαθήν, εύρε χάριτας, έλαβε δε παρά Θέου ιλαρότητα.
Παρ.18,22α Ος εκβάλει γυναίκα αγαθήν, εκβάλει τα αγαθά, ο δε κατέχων μοιχαλίδα άφρων και ασεβής.
Παρ.19,14 Οἶκον καὶ ὕπαρξιν μερίζουσι πατέρες παισί, παρά δε Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί.
Παρ-29-(Μασ. 31,10). Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη.  
Σειρ-36,24-25 Ο κτώμενος γυναίκα ενάρχεται κτήσεως, βοηθόν κατ' αυτόν καί στύλον αναπαύσεως. Ού ουκ έστι φραγμός διαρπαγήσεται κτήμα, καί ού ουκ έστι γυνή, στενάξει πλανώμενος.
ΠΕΡΙ ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΑΣ
Α Κορ-6,13 Τα βρώματα τη κοιλία και η κοιλία τοίς βρώμασιν ο δε Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει.
Α Κορ-10,31 Είτε ούν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε.
Δαν-10,3 Άρτον επιθυμιών ούκ έφαγον
Δευτ-32,15 Και έφαγεν Ιακώβ και ενεπλήσθη, και απελάκτισεν ο ηγαπημένος, ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλιπε τον Θεόν τον ποιήσαντα αυτόν
Ἠσ. 24,13 Αὐτοὶ δὲ ἐποιήσαντο ευφροσύνην και αγαλλίαμα σφάζοντες μόσχους και θύοντες πρόβατα, ωστε φαγείν κρέατα και πιείν οίνον λέγοντες· φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.
Ἰάκ. 5,5 Ἐτρυφήσατε επί της γης και εσπαταλήσατε, εθρέψατε τας καρδίας υμών ως εν ημέρα σφαγής.
Ιωαν-6,12 Ως δε ενεπλήσθησαν, λέγει τοις μαθηταίς αυτού : συναγάγετε τα περισσεύσαντα κλάσματα, ίνα μη τι απόληται.
Ιώβ-40,16 Η δε δύναμις αυτού επ' ομφαλού γάστρός.
Λουκ- 6,25 Ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι ότι πεινάσετε
Λουκ-21,34 Προσέχετε δε εαυτοίς μήποτε βαρηθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μέριμνες βιοτικαίς, και αιφνίδιος ἐφ’ ἡμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη.
Ρώμ-14,17 Ού γάρ εστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω
Σειρ-23,6 Κοιλίας όρεξις και συνουσιασμός μη καταλαβέτωσάν με
Σειρ-31,12 Επί τραπέζης μεγάλης εκάθισας, μη ανοίξης επ' αυτής φάρυγγά σου και μη είπης . πολλά γε τα επ' αυτής.
Σειρ-31,16 Φάγε ως άνθρωπος τα παρακείμενα σοι και μη διαμασώ, μη μισηθείς.
Σειρ-31,17 Παύσαι πρώτος χάριν παιδείας και μη απληστεύου, μήποτε προσκόψης
Σειρ-31,18 Και ει ανα μέσον πλειόνων εκάθισας, πρότερος αυτών μη εκτείνης την χείρα σου.
Σειρ-37,29 Μη απληστεύου εν πάση τρυφή και μη εκχυθής επί εδεσμάτων
Σειρ-37,30 Ἐν πολλοίς γάρ βρώμασιν έσται πόνος, και η απληστία εγγιεί εώς χολέρας.
Σειρ. 40,29 Ἀνήρ βλέπων εις τράπεζαν αλλοτρίαν, ουκ έστιν αυτού ο βίος εν λογισμω ζωής, αλισγήσει ψυχήν αυτού εν εδέσμασιν αλλοτρίοις· ανήρ δε επιστήμων και πεπαιδευμένος φυλάξεται.
Φιλιπ. 3,19 Ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνη αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονούντες!
ΠΕΡΙ ΓΕΛΩΤΩΝ
Εκκλ-2,2 Τώ γέλωτι είπα περιφοράν, τη ευφροσύνη . τι τουτο ποιείς;
Εκκλ-7,3 Αγαθόν θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εκ κακία προσώπου αγαθυνθήσεται καρδία.
Εκκλ-7,6 Ως φωνή ακανθών υπό τω λέβητα, ούτως γέλως των αφρώνων . και γε τούτο ματαιότης.
Ιακ-4,9 Ταλαιπωρήσατε και πενθήσατε και κλαύσατε ο γέλως ημών είς πένθος μεταστραφήτω και η χαρά είς κατήφειαν.
Λουκ 6,25 Ουαί υμίν οι γελώντες νύν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε
Παρ-10,23 Εν γέλωτι άφρων πράσει κάκα, η δε σοφία ανδρί τίκτει φρόνησιν.
Σειρ-21,20 Μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού, ανήρ δε πανούργος μόλις ησυχή μειδιάσει.
Σειρ-27,13 Διήγησις μωρών προσόχθισμα, και ο γέλως αυτών εν σπατάλη αμαρτίας.
ΠΕΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩΝ
Α Τιμ-5,1 Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξεις ἀλλὰ παρακάλει ὠς πατέρα.
Δευτ. 32,7 Ἐπερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερούσί σοι.
Λευτ.19,32 Από προσώπου πολιού εξαναστήση και τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου και φοβηθήση τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.
Παρ.16,31 Στέφανος καυχήσεως γήρας, εν δε οδοίς δικαιοσύνης ευρίσκεται.
Παρ. 17,6 Στέφανος γερόντων τέκνα τέκνων, καύχημα δὲ τέκνων πατέρες αὐτῶν.
Σειρ. 6,34 Ἐν πλήθει πρεσβυτέρων στήθι, και τις σοφός, αυτω προσκολλήθητι.
Σειρ-8,9 Μή αστόχει διηγήματος γερόντων, καί γάρ αυτοί έμαθον παρά τών πατέρων αυτών· ότι παρ' αυτών μαθήσει σύνεσιν και εν καιρώ χρείας δούναι απόκρισιν.
Σειρ. 25,3 Εν νεότητι ου συναγήοχας, καί πώς άν εύροις εν τώ γήρα σου;
Σειρ. 25,4 Ὡς ωραίον πολιαίς κρίσις και πρεσβυτέροις επιγνώναι βουλήν.
Σειρ. 25,5 Ὡς ωραία γερόντων σοφία και δεδοξασμένοις διανόημα και βουλή.
Σειρ. 25,6 Στέφανος γερόντων πολυπειρεία, καί το καύχημα αυτών φόβος Κυρίου.
Σειρ. 32,3 Λάλησον, πρεσβύτερε, πρέπει γὰρ σοι, ἐν ἀκριβεῖ ἐπιστήμη,
Σοφ.Σολομ. 4,8-9 Γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον ουδέ αριθμω ετών μεμέτρηται· πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος.
ΠΕΡΙ ΓΗΣ, ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ
Γεν-1,1 Εν αρχή εποίησεν ο Θεός  τον ουρανόν και την γήν.
Γεν-1,2 Η δε γή ήν αόρατος και ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος.
Γεν-1,6 Και είπεν ο Θεός, γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανα μέσον ύδατος και ύδατος. Και εγένετο ούτως.
Γεν-1,7 Και εποίησεν ο Θεός το στερέωμα, και διεχώρισεν ο Θεός ανα μέσον του ύδατος, ο ήν υποκάτω του στερεώματος, και αναμέσον του ύδατος του επάνω του στερεώματος.
Γεν-1,8 Και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα ουρανόν, και είδεν ο Θεός ότι καλόν.
Γεν-1,9 Και είπεν ο Θεός συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν και οφθήτω η ξηρά.
Γεν-1,9 Και εγένετω ούτως.Και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά.
Γεν-1,10 Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν γήν και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θάλασσας.Και είδεν ο Θεός ότι καλόν.
Εκκλ-3,20 Τα πάντα είς τόπον ένα· τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει είς τον χούν.
Ιωβ-26,7 Εκτείνων βορέαν επ' ουδεν, κρεμάζων γήν επ' ουδενός.
Ψαλμ-23,2 Αυτός επι θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν και επι ποταμών ητοίμασεν αυτήν.
Ψαλμ-74,4 Ετάκη η γή και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή, εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής.
Ψαλμ-103,5 Ο θεμελιών την γήν επι την ασφάλεια αυτής, ου κληθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος.
Ψαλμ-135,6 Τω στερεώσαντι την γήν επι των υδάτων
Ψαλμ-92,1 Και γάρ στερέωσε την οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται.
Ψαλμ-95,10 Είπατε εν τοίς έθνεσιν, ο Κύριος εβασίλευσε, και γάρ κατωρθωσε την οικουμένην, ήτις ού σαλευθήσεται.
Ψαλμ-101,26 Κατ' αρχάς σύ Κύριε, την γήν εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου είσιν οι ουρανοί.
Ψαλμ-103,2 αναβαλόμενος φώς ως ιμάτιον, εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν
Ψαλμ-118,90 Είς γενεάν και γενεάν η αλήθεια σου, εθεμελίωσας την γήν και διαμένει.
Ψαλμ-88,10 Σύ δεσπόζεις του κράτους της θαλάσσης, τον δε σάλον των κυμάτων αυτής σύ καταπρα'ύ'νεις.
Ψαλμ-103,6 Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού, επι των ορέων στήσονται ύδατα
Ψαλμ-103,10 Ο εξαποστέλλων πηγάς εν φαράγξιν, ανα μέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα
Ψαλμ-103,25 Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εκεί ερπετά, ων ούκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων
Ψαλμ-103,26 Εκεί πλοία διαπορεύονται, δράκων ούτος, ον έπλασας εμπαίζειν αυτή.
Ψαλμ-32,9 Ότι αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν.
ΠΕΡΙ ΓΛΩΣΣΗΣ
Α Πετρ-3,10 Ο γάρ θέλων ζωήν αγαπάν και ιδείν ημέρας αγαθάς παυσάτω την γλώσσαν αυτού από κακού και χείλη αυτού του μη λαλήσαι δόλον
Ιακ-3,5 Ούτω καί η γλώσσα μικρόν μέλος εστί και μεγαλαυχεί. Ιδού ολίγον πύρ ηλίκην ύλην ανάπτει !
Ιακ-3,6 Και η γλώσσα πύρ, ο κόμος τής αδικίας. Ούτως η γλώσσα καθίσταται εν τοίς μέλεσι υμών η σπιλούσα όλον το σώμα και φλογίζουσα τόν τροχόν τής γεννέσεως και φλογιζόμενη υπό τής γεέννης.
Ιακ-3,7-8 Πάσα φύσις θηρίων και πετεινών ερπετών και εναλίων δαμάζεται και δεδάμασται τή φύσει τή ανθρωπίνη, τήν δέ γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι . ακατάσχετον κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου.
Ιάκ. 3,9 Εν αυτή ευλογούμεν τόν Θεόν και πατέρα, και εν αυτή καταρώμεθα τούς ανθρώπους τούς καθ' ομοίωσιν Θεού γεγονότας.
Παρ. 6,2 Παγίς γαρ ισχυρά ανδρί τα ίδια χείλη, και αλίσκεται χείλεσιν ιδίου στόματος.
Παρ. 10,20 Ἄργυρος πεπυρωμένος γλώσσα δικαίου,
Παρ. 12,13 Δι’ ἁμαρτίαν χειλέων εμπίπτει εις παγίδας αμαρτωλός, εκφεύγει δε εξ αυτών δίκαιος.
Παρ-15,4 Ιασις γλώσσης δένδρον ζωής, ο δε συντηρών αυτήν πλησθήσεται πνεύματος.
Παρ. 16,17 Ὃς φυλάσσει τας εαυτού οδούς, τηρεί την εαυτού ψυχήν, αγαπών δε ζωήν αυτού φείσεται στόματος αυτού.
Παρ. 17,20 Ἀνήρ ευμετάβολος γλώσση εμπεσείται εις κακά,
Παρ-18,21 Θάνατος και ζωή εν χειρί γλώσσης, οι δε κρατούντες αυτής έδονται τους καρπούς αυτής.
Παρ-21,23 Ος φυλάσει το στόμα αυτού και την γλώσσαν, διατηρεί εκ θλίψεως την ψυχήν αυτού.
Παρ-27,20α Βδέλυγμα Κυρίω … οι απαίδευτοι ακρατείς γλώσση.
Σειρ-5,13 Δόξα και ατιμία εν λαλία, και γλώσσα ανθρώπου πτώσις αυτώ
Σειρ-5,14 Μη κληθής ψίθυρος, και τη γλώσση σου μη ενέδρευε . Επί γάρ τω κλέπτη έστιν αισχύνη, και κατάγνωσις πονηρά επί δίγλωσσου.
Σειρ-8,3 Μη διαμάχου μετά ανθρώπου γλωσσώδους και μη επιστοιβάσης επί το πύρ αυτού ξύλα.
Σειρ-9,18 Φοβερός εν πόλει αυτού ανήρ γλωσσώδης και ο προπέτης εν λόγω αυτού μισηθήσεται.
Σειρ. 22,27 Τίς δώσει μοι ἐπὶ στόμα μου φυλακήν καὶ ἐπὶ τῶν χειλέων μου σφραγίδα πανούργον, ίνα μὴ πέσω ἀπ’ αὐτῆς καὶ ἡ γλώσσά μου ἀπολέση με;
Σειρ-28,17 Πληγή μάστιγος ποιεί μώλωπας, πληγή δέ γλώσσης συγκλάσει οστά.
Σειρ-28,18 Πολλοί έπεσαν εν στόματι μάχαιρας, και ουχ ως οι πεπτωκότες διά γλώσσαν.
Σειρ,28,25-26 Και τοίς λόγοις σου ποίησον ζυγόν και σταθμόν, και τω στοματί σου ποίησον θύραν και μοχλόν. πρόσεχε μήπως ολισθήσης εν αυτη, μη πέσης κατέναντι ενεδρεύοντος.
Σειρ. 30,18 Ἀγαθά εκκεχυμένα επί στόματι κεκλεισμένω,
Σοφ. Σολ.1,11 Φυλάξασθε τοίνυν γογγυσμόν ανωφελή και από καταλαλιάς φείσασθε γλώσσης.
Ψαλμ. 33,14 Παύσον την γλώσσαν σου από κακού και χείλη σου του μη λαλήσαι δόλον.
Ψαλμ. 38,2 Εἶπα· φυλάξω τὰς ὁδοὺς μου τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με εν γλώσση μου· ἐθέμην τῷ στόματί μου φυλακήν ἐν τῷ συστήναι τὸν ἁμαρτωλόν ἐναντίον μου.
Ψαλμ. 49,19 Το στόμα σου επλεόνασε κακίαν, και η γλώσσά σου περιέπλεκε δολιότητα·
Ψαλμ. 119,2 Κύριε, ρύσαι την ψυχήν μου από χειλέων αδίκων και από γλώσσης δολίας.
Ψαλμ. 119,3 Τι δοθείη σοι και τι προστεθείη σοι προς γλώσσαν δολίαν;
Ψαλμ. 139,4 Ἡκόνησαν γλώσσαν αυτών ωσεί όφεως, ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών.
Ψαλμ.139,12 Ανήρ γλωσσώδης ού κατευθυνθήσεται επι της γής
ΠΕΡΙ ΓΝΩΜΗΣ ΙΔΙΑΣ (ΟΜΟΓΝΩΜΙΑΣ)
Α Κορ. 1,10 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ.
Α Κορ. 4,6 Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου.
Α Πετρ. 3,8 Τὸ δὲ τέλος πάντες ὁμόφρονες, συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαγχνοι, φιλόφρονες,
Αποκ. 17,17 ὁ γὰρ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν ποιῆσαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ποιῆσαι μίαν γνώμην καὶ δοῦναι τὴν βασιλείαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ, ἄχρι τελεσθῶσιν οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ.
Β Κορ. 13,11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν.
Ρωμ. 12,16 τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς.
Ρωμ. 15,5-6 ὁ δὲ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως δῴη ὑμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι δοξάζητε τὸν Θεὸν καὶ πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Φιλιπ. 2,2 πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες,
Φιλιπ. 3,15-16 ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει. πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φρονεῖν.
Φιλιπ. 4,2 Εὐοδίαν παρακαλῶ καὶ Συντύχην παρακαλῶ τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν Κυρίῳ·
ΠΕΡΙ ΓΝΩΣΗΣ
Α΄Κορ.8,2-3 Ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. εἰ δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκε καθὼς δεῖ γνῶναι· εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοῦ.  
Α Κορ. 8,7 Ἀλλ᾿ οὐκ ἐν πᾶσιν ἡ γνῶσις· τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσι, καὶ ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται.
Α Κορ. 12,7-8 Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. ᾧ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα,
Α Κορ.13,2 καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι.
Α Κορ. 14,6 νυνὶ δέ, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις λαλῶν, τί ὑμᾶς ὠφελήσω, ἐὰν μὴ ὑμῖν λαλήσω ἢ ἐν ἀποκαλύψει ἢ ἐν γνώσει ἢ ἐν προφητείᾳ ἢ ἐν διδαχῇ;
Α Τιμ. 6,20-21 Ὦ Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν. Ἡ χάρις μετὰ σοῦ· ἀμήν.
Β Κορ. 8,7 ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν παντὶ περισσεύετε, πίστει καὶ λόγῳ καὶ γνώσει καὶ πάσῃ σπουδῇ καὶ τῇ ἐξ ὑμῶν ἐν ἡμῖν ἀγάπῃ, ἵνα καὶ ἐν ταύτῃ τῇ χάριτι περισσεύητε.
Β Πετρ. 1,5-7 καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲ σπουδὴν πᾶσαν παρεισενέγκαντες ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν, ἐν δὲ τῇ ἀρετῇ τὴν γνῶσιν, ἐν δὲ τῇ γνώσει τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τῇ ἐγκρατείᾳ τὴν ὑπομονήν, ἐν δὲ τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν, ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ τὴν φιλαδελφίαν, ἐν δὲ τῇ φιλαδελφίᾳ τὴν ἀγάπην.
Β Πέτρ.1,8-9 ταῦτα γὰρ ὑμῖν ὑπάρχοντα καὶ πλεονάζοντα οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους καθίστησιν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιγνωσιν· ᾧ γὰρ μὴ πάρεστι ταῦτα, τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν πάλαι αὐτοῦ ἁμαρτιῶν.
Β Πετρ.3,18 αὐξάνετε δὲ ἐν χάριτι καὶ γνώσει τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Βαροὺχ 4,4.- «Μακάριοί ἐσμεν, Ἰσραήλ, ὅτι τὰ ἀρεστὰ τῷ Θεῷ ὑμῖν γνωστὰ ἐστιν».
Ἐκκλ. 1,18. «Ὁ προστιθεὶς γνῶσιν, προστίθησιν ἄλγημα».
Εκκλ-7,16 Μη γίνου δίκαιος πολύ, μηδέ σοφίζου περισσά, μήποτε εκπλαγής.
Ἰερ. 10,14. «Ἐμωράνθη πᾶς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ γνώσεως».
Λουκ. 11,52 οὐαὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς ὅτι ἤρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε, καὶ τοὺς εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.
Λουκ-12,47 Εκείνος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς.
Πραξ. 26,24-25 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἀπολογουμένου ὁ Φῆστος μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἔφη· μαίνῃ, Παῦλε· τὰ πολλά σε γράμματα εἰς μανίαν περιτρέπει. ὁ δέ, οὐ μαίνομαι, φησί, κράτιστε Φῆστε, ἀλλὰ ἀληθείας καὶ σωφροσύνης ῥήματα ἀποφθέγγομαι.
Ρωμ. 15,14 Πέπεισμαι δέ, ἀδελφοί μου, καὶ αὐτὸς ἐγὼ περὶ ὑμῶν, ὅτι καὶ αὐτοὶ μεστοί ἐστε ἀγαθωσύνης, πεπληρωμένοι πάσης γνώσεως, δυνάμενοι καὶ ἀλλήλους νουθετεῖν.
Σειρ. 3,22-26. «Χαλωπώτερά σου μὴ ζήτει καὶ ὑψηλότερά σου μὴ ἐξέταζε· ἅ προσετάγη σοι, ταῦτα διανοοῦ, οὐ γὰρ ἐστί σοι χρεία τῶν κρυπτῶν. Ἐν τοῖς περισσοῖς τῶν ἔργων σου μὴ περιεργάζου· πλείονα γὰρ συνέσεως ἀνθρώπων ὑπεδείχθη σοι· πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησεν ἡ ὑπόληψις αὐτῶν, καὶ ὑπόνοια πονηρὰ ὠλίσθησε διανοίας αὐτῶν».
ΠΕΡΙ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ
Σειρ-11,28 Πρό τελευτής μη μακάριζε μηδένα, και εν τέκνοις αυτού γνωσθήσεται ανήρ.
Σειρ-13,25 Καρδία ανθρώπου αλλοιοί το πρόσωπον αυτού, εάν τε είς αγαθά εάν τε είς κακά.
Σειρ-13,26 Ίχνος καρδίας εν αγαθοίς πρόσωπον ιλαρόν, και εύρεσις παραβολών διαλογισμοί μετά κόπου.
Σειρ-19,29 Ἀπὸ ὁράσεως ἐπιγνωσθήσεται ἀνήρ, καὶ ἀπὸ ἀπαντήσεως προσώπου ἐπιγνωσθήσεται νοήμων.
Σειρ-19,30 Στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ γέλως ὀδόντων καὶ βήματα ἀνθρώπου ἀναγγέλλει τὰ περὶ αὐτοῦ.
Σειρ-25,17 Πονηρία γυναικός αλλοιοί την όρασιν αυτής και σκοποί το πρόσωπον αυτής εώς άρκος.
Σειρ-25,23 Καρδία ταπεινή και πρόσωπον σκυθρωπόν και πληγή καρδίας γυνή πονηρά . χείρες παρειμέναι και γόνατα παραλελυμένα ήτις ού μακαριεί τον άνδρα αυτής.
Σειρ-26,9 Πορνεία γυναικός εν μετεωρισμοίς οφθαλμών, και εν της βλεφάροις αυτής γνωσθήσεται.
Σειρ-27,22 Διανεύων οφθαλμώ τεκταίνει κακά, και ουδείς αυτόν αποστήσει απ' αυτού.
ΠΕΡΙ ΓΟΓΓΥΣΜΩΝ
Αριθ-11,1 Και ήν ο λαός γογγύζων πονηρά έναντι Κυρίου, και ήκουσε Κύριος και εθυμώθη οργή, και εξεκαύθη εν αυτοίς πύρ παρά Κυρίου και κατέφαγε μέρος τι της παρεμβολής.
Αριθ-14,2 Και διεγόγγυζον επί Μωυσήν και Ααρών πάντες οι υιοί Ισραήλ, και είπαν προς αυτούς πάσα η συναγωγή . όφελον αποθάνομεν εν γή Αιγύπτω, ή εν τη ερήμω ταύτη ει αποθάνομεν.
Αριθ-17,6 Και εγόγγυσαν οι υιοί Ισραήλ τη επαύριον επί Μωυσήν και Ααρών λέγοντες . υμείς απεκτάγκατε τον λαόν Κυρίου.
Α Κορ-10,10 Μηδέ γογγύζετε, καθώς και τινες αυτών εγόγγυσαν και απώλοντο υπό του ολοθρευτού.
Α Πετρ. 4,9 φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν·
Εξοδ-16,2 Διεγόγγυζε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ επί Μωυσήν και Ααρών
Εξοδ-17,3 Εδίψησε δε εκεί ο λαός ύδατι, και διεγόγγυζεν εκεί ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες . ινατί τούτο; Ανεβίβασας ημάς εξ Αιγύπτου αποκτείναι ημάς και τα τέκνα ημών και τα κτήνη τω δίψει;
Ιακ-5,9 Μη στενάζετε κατ' αλλήλων, αδελφοί, ίνα μη κριθήτε  ιδού ο κριτής πρό των θυρών έστηκεν.
Ιωαν-6,43 Απεκρίθη ουν ο Ιησούς και είπεν αυτοίς . μη γογγύζετε μετ' αλλήλων.
Φιλιπ. 2,14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν.
Σοφ.Σολ.1,10 Ότι ούς ζηλώσεως ακροάται τα πάντα και θρούς γογγυσμών ούκ αποκρύπτεται.
Σοφ.Σολ.1,11 Φυλάξασθε τοίνυν γογγυσμόν ανωφελή και από καταλαλιάς φείσασθε γλώσσης.
Ψαλμ-105,25 Και εγόγγυσαν εν τοίς σκηνώμασιν αυτών, ούκ εισήκουσαν της φωνής Κυρίου.
ΠΕΡΙ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ
Α Τιμ. 5,8 Εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων.
Β Κορ. 12,14 οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσιν θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.
Δευτ. 27,16 Επικατάρατος ο ατιμάζων πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού . και ερούσι πάς ο λαός . γένοιτο.
Εξοδ. 20,12 Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου ίνα ευ σοι γένηται και μακροχρόνιος γένη επι της γής.
Ἐξοδ. 21,15 Ὅς τύπτει πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού, θανάτω θανατούσθω.
Ἐξοδ. 21,16 Ὁ κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω.
Εφεσ. 6,1 Τὰ τέκνα υπακούετε τοις γονεύσιν υμών εν Κυρίω, τούτο γάρ εστι δίκαιον.
Ἐφεσ. 6,4 Και οι πατέρες μη παροργίζετε τα τέκνα υμών, αλλ' εκτρέφετε αυτά εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Κολ. 3,20 Τὰ τέκνα ὑπακούετε τοῖς γονεῦσι κατὰ πάντα· τοῦτο γάρ ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ.  
Κολ. 3,21 Οἱ πατέρες μὴ ἐρεθίζετε τα τέκνα υμών, ίνα μη αθυμώσιν.
Λεϋιτ.19, 3 Ἔκαστος πατέρα αυτού και μητέρα αυτού φοβείσθω.
Λεϋιτ. 20,9 Άνθρωπος άνθρωπος ός αν κακώς είπη τον πατέρα ή την μητέρα αυτού, θανάτω θανατούσθω· πατέρα και μητέρα αυτού κακώς είπεν; Ένοχος έσται.
Λουκ. 8,21 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς· μήτηρ μου και αδελφοί μου ούτοι εισιν οι τον λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν.
Λουκ.18,29-30 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὃς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
Λουκ. 21,16-18 παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται·
Μαρκ. 3,35 Ός γάρ αν ποιήση το θέλημα του Θεού, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ μου εστί.
Ματθ. 10,21 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς·
Ματθ.10,37 Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος . και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα ουκ έστι μου άξιος.
Παρ.19,26 Ο ατιμάζων πατέρα και απωθούμενος μητέρα αυτού καταισχυνθήσεται και επονείδιστος έσται.
Παρ.1,8 Ακουε, υιέ, παιδείαν πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου.
Παρ. 20,20 Κακολογούντος πατέρα ή μητέρα σβεσθήσεται λαμπτήρ, αι δε κόραι των οφθαλμών αυτού όψονται σκότος.
Παρ. 23,22 Ἄκουε, υιε, πατρός του γεννήσαντός σε και μη καταφρόνει ότι γεγήρακέ σου η μήτηρ.
Παρ. 28,24 Ός αποβάλλεται πατέρα ή μητέρα, και δοκεί μη αμαρτάνειν, ούτος κοινωνός εστιν ανδρός ασεβούς.
Σειρ. 3,3 Ὁ τιμῶν πατέρα, ἐξιλάσεται ἁμαρτίας, καὶ ὠς ὁ ἀποθησαυρίζων, ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ.
Σειρ. 3,5 Ο τιμών πατέρα ευφρανθήσεται υπο τέκνων, και εν ημέρα προσευχής αυτού εισακουσθήσεται.
Σειρ. 3,6 Ο δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, και ο εισακούων Κυρίου αναπαύσει μητέρα αυτού.
Σειρ. 3,8 Εν έργω και λόγω τίμα τον πατέρα σου, ίνα επέλθη σοι ευλογία παρ΄ αυτού.
Σειρ. 3,9 Εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οίκους τέκνων, κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια.
Σειρ. 3,10 Μὴ δοξάζου εν ατιμία πατρός σου, ου γαρ εστί σοι δόξα πατρός ατιμία·
Σειρ. 3,11 Ἡ γὰρ δόξα ανθρώπου εκ τιμής πατρός αυτού, και όνειδος τέκνοις μήτηρ εν αδοξία.
Σειρ. 3,12 Τέκνον, αντιλαβού εν γήρα πατρός σου, και μη λυπήσης αυτόν εν τη ζωή αυτού.
Σειρ. 3,16 Ως βλάσφημος, ο εγκαταλιπών πατέρα, και κεκατηραμένος υπό Κυρίου ο παροργίζων μητέρα αυτού.
Σειρ. 7,27 Εν όλη καρδία δόξασον τον πατέρα σου και μητρός ωδίνας μη επιλάθη· Μνήσθητι ότι δι' αυτών εγεννήθης, και τι ανταποδώσεις αυτοίς καθώς αυτοί σοι;
Σειρ. 33,22 Κρείσσων γάρ εστι τά τέκνα δεηθήναί σου ή σε εμβλέπειν είς χείρας υιών σου.
Σειρ. 41,6 Τέκνων αμαρτωλών απολείται κληρονομία, και μετά του σπέρματος αυτών ενδελεχιεί όνειδος.
Σειρ. 41,7 Πατρί ασεβεί μέμψεται τέκνα, ότι δι' αυτόν ονειδισθήσονται.
ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εκκλ.7,28 Όν επεζήτησεν η ψυχή μου καί ούχ εύρον· καί άνθρωπον ένα από χιλίων εύρον καί γυναίκα εν πάσι τούτοις ουχ εύρον.
Μιχ. 7,5 Ἀπὸ τῆς συγκοίτου σου φύλαξαι τοῦ ἀναθέσθαι τι αῦτῆ·
Παρ-5,3-4 Μὴ πρόσεχε φαύλῃ γυναικί· μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης, ἣ πρὸς καιρὸν λιπαίνει σὸν φάρυγγα, ὕστερον μέντοι πικρότερον χολῆς εὑρήσεις καὶ ἠκονημένον μᾶλλον μαχαίρας διστόμου.
Παρ. 5,18 Ἡ πηγή σου τοῦ ὕδατος ἔστω σοι ἰδία, καὶ συνευφραίνου μετὰ γυναικὸς τῆς ἐκ νεότητός σου.
Παρ. 6,26 Τιμή γαρ πόρνης όση και ενός άρτου, γυνή δε ανδρών τιμίας ψυχάς αγρεύει.
Παρ. 9,13 Γυνή άφρων και θρασεία ενδεής ψωμού γίνεται, ή ουκ επίσταται αισχύνην.
Παρ-11,16 Γυνή ευχάριστος εγείρει ανδρί δόξαν, θρόνος δε ατιμίας γυνή μισούσα δίκαια.
Παρ-11,22 Ώσπερ ενώτιον εν ρινί υός, ούτως γυναικί κακόφρονι κάλλος.
Παρ-12,4 Γυνή ανδρεία στέφανος τω ανδρί αυτής . ώσπερ δε εν ξύλω σκώληξ, ούτως άνδρα απόλλυσι γυνή κακοποιός.
Παρ-14,1 Σοφαί γυναίκες ωκοδόμησαν οίκους, η δε άφρων κατέσκαψε ταις χερσίν αυτής.
Παρ-18,22 Ος εύρε γυναίκα αγαθήν, εύρε χάριτας, έλαβε δε παρά Θέου ιλαρότητα.
Παρ-18,22α Ος εκβάλει γυναίκα αγαθήν, εκβάλει τα αγαθά, ο δε κατέχων μοιχαλίδα άφρων και ασεβής.
Παρ. 21,19 Κρείσσον οικείν εν γη ερήμω ή μετά γυναικός μαχίμου και γλωσσώδους και οργίλου.
Παρ-24-Μασ. Άδης και έρως γυναικός και γή ουκ εμπιπλαμένη ύδατος και ύδωρ και πύρ ου μη είπωσιν· ἀρκεῖ.   (Μασ-30,16)
Παρ-24-Μασ. Μή δώς γυναιξί σόν πλούτον και τόν σόν νούν και βίον είς υστεροβουλίαν.   (Μάσ. 31,3)
Παρ. 27,15 Σταγόνες εκβάλλουσιν άνθρωπον εν ημέρα χειμερινή εκ του οίκου αυτού, ωσαύτως και γυνή λοίδορος εκ του ιδίου οίκου.
Παρ-29-Μασ. Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη.   (Μασ-31,10)
Παρ-29-Μασ.31,30 Ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλος γυναικός· γυνή γάρ συνετή ευλογείται, φόβον δέ Κυρίου αύτη αινείτω.  
Σειρ. 7,19 Μὴ αστόχει γυναικός σοφής και αγαθής, η γαρ χάρις αυτής υπέρ το χρυσίον.
Σειρ. 9,2-6 Μὴ δῶς γυναικί την ψυχήν σου επιβήναι αυτήν επί την ισχύν σου. Μη υπάντα γυναικί εταιριζομένη, μήποτε εμπέσης εις τας παγίδας αυτής. Μετά ψαλλούσης μη ενδελέχιζε, μήποτε αλως εν τοις επιχειρήμασιν αυτής. Παρθένον μη καταμάνθανε, μήποτε σκανδαλισθής εν τοις επιτιμίοις αυτής. Μη δως πόρναις την ψυχήν σου, ίνα μη απολέσης την κληρονομίαν σου.
Σειρ. 9,8 Απόστρεψον οφθαλμόν από γυναικός ευμόρφου και μη καταμάνθανε κάλλος αλλότριον εν κάλλει γυναικός πολλοί επλανήθησαν και εκ τούτου φιλία ως πύρ ανακαίεται.
Σειρ-19,2 Οίνος και γυναίκες αποστήσουσι συνετούς, και ο κολλώμενος πόρναις τολμηρός έσται.
Σειρ. 23,22-26 Ούτως και γυνή καταλιπούσα τον άνδρα και παριστώσα κληρονόμον εξ αλλοτρίου· πρώτον μεν γαρ εν νόμω Υψίστου ηπείθησε, και δεύτερον εις άνδρα εαυτής επλημμέλησε, και το τρίτον εν πορνεία εμοιχεύθη, εξ αλλοτρίου ανδρός τέκνα παρέστησεν. αύτη εις εκκλησίαν εξαχθήσεται, και επί τα τέκνα αυτής επισκοπή έσται. ου διαδώσουσι τα τέκνα αυτής εις ρίζαν, και οι κλάδοι αυτής ου δώσουσι καρπόν. καταλείψει εις κατάραν το μνημόσυνον αυτής, και το όνειδος αυτής ουκ εξαλειφθήσεται.
Σειρ. 25,13 Πάσαν πληγήν και μη πληγήν καρδίας, και πάσαν πονηρίαν και μη πονηρίαν γυναικός·
Σειρ-25,16 Συνοικήσαι λέοντι καί δράκοντι ευδοκήσω ή ενοικήσαι μετά γυναικός πονηράς.
Σειρ-25,17 Πονηρία γυναικός αλλοιοί την όρασιν αυτής και σκοποί το πρόσωπον αυτής εώς άρκος.
Σειρ-25,19 Μικρά πᾶσα κακία πρὸς κακίαν γυναικός, κλῆρος ἁμαρτωλοῦ ἐπιπέσοι αὐτῇ.
Σειρ. 25,20 Ἀνάβασις αμμώδης εν ποσί πρεσβυτέρου, ούτως γυνή γλωσσώδης ανδρί ησύχω.
Σειρ-25,21 Μη προσπέσης επί κάλλος γυναικός και γυναίκα μή επιποθήσης.
Σειρ-25,22 Οργή και αναίδεια και αισχύνη μεγάλη γυνή εάν επιχορηγή τω ανδρί αυτής.
Σειρ-25,23 Καρδία ταπεινή και πρόσωπον σκυθρωπόν και πληγή καρδίας γυνή πονηρά . χείρες παρειμέναι και γόνατα παραλελυμένα ήτις ού μακαριεί τον άνδρα αυτής.
Σειρ-25,24 Από γυναικός αρχή αμαρτίας, και δι' αυτήν αποθνήσκομεν πάντες.
Σειρ-25,25 Μή δώς ύδατι διέξοδον μηδέ γυναικί πονηρά εξουσίαν. Ει μή πορεύται κατά χείρά σου, από τών σαρκών σου απότεμε αυτήν.
Σειρ-26,1 Γυναικός αγαθής μακάριος ο ανήρ, και αριθμός των ημερών αυτού διπλάσιος.
Σειρ-26,2 Γυνή ανδρεία ευφραίνει τόν άνδρα αυτής, και τα έτη αυτού πληρώσει εν ειρήνη.
Σειρ-26,3 Γυνή αγαθή μερίς αγαθή, εν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται.
Σειρ-26,7 Βοοζύγιον σαλευόμενον γυνή πονηρά, ο κρατών αυτής ώς ο δρασσόμενος σκορπίου.
Σειρ-26,8 Οργή μεγάλη γυνή μέθυσος καί ασχημοσύνην αυτής ού συγκαλύψει.
Σειρ-26,9 Πορνεία γυναικός εν μετεωρισμοίς οφθαλμών, και εν της βλεφάροις αυτής γνωσθήσεται.
Σειρ-26,13 Χάρις γυναικός τέρψει τόν άνδρα αυτής, καί τά οστά αυτού πιανεί η επιστήμη αυτής.
Σειρ-26,14 Δόσις Κυρίου γυνή σιγηρά, καί ουκ έστιν αντάλαγμα πεπαιδευμένης ψυχής.
Σειρ-26,15 Χάρις επί χάριτι γυνή αισχυντηρά, καί ουκ έστι σταθμός πάς άξιος εγκρατούς ψυχής.
Σειρ-26,22 Γυνή μισθία ίση σιάλω λογισθήσεται, ύπανδρος δέ πύργος θανάτου τοίς χρωμένοις λογισθήσεται.
Σειρ-26,23 Γυνή ασεβής ανόμω μερίς δοθήδεται, ευσεβής δέ δίδοται τώ φοβουμένω τόν Κύριον.
Σειρ-26,24 Γυνή ασχήμων ατιμίαν κατατρίψει, θυγάτηρ ευσχήμων καί τόν άνδρα εντραπήσεται.
Σειρ-26,25 Γυνή αδιάτρεπτος ως κύων λογισθήσεται, η δέ έχουσαν αισχύνην τόν κύριον φοβηθήσεται.
Σειρ-26,26 Γυνή άνδρα ίδιον τιμώσα σοφή πάσι φανήσεται, ατιμάζουσα δέ εν υπερηφανία ασεβής πάσι γνωσθήσεται.
Σειρ. 36,22-23 Κάλλος γυναικός ιλαρύνει πρόσωπον και υπέρ πάσαν επιθυμίαν ανθρώπου υπεράγει· ει έστιν επί γλώσσης αυτής έλεος και πραϋτης, ουκ έστιν ο ἀνήρ αυτής καθ’ ὑιοὺς ἀνθρώπων.
Σειρ-36,24-25 Ο κτώμενος γυναίκα ενάρχεται κτήσεως, βοηθόν κατ' αυτόν καί στύλον αναπαύσεως. Ού ουκ έστι φραγμός διαρπαγήσεται κτήμα, καί ού ουκ έστι γυνή, στενάξει πλανώμενος.
Σειρ. 42,14 Κρείσσων πονηρία ανδρός ἢ ἀγαθοποιός γυνή, και γυνή καταισχύνουσα εις ονειδισμόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: